ἐπώμοσις

ἐπώμ-οσις, εως, ,
A swearing to a thing, Eust.809.32.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επώμοσις — ἐπώμοσις, ἡ (Μ) όρκος στο όνομα κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ώμοσις (< όμννμι). Το ω λόγω τού νόμου τής «εκτάσεως εν συνθέσει»] …   Dictionary of Greek

  • ἐπώμοσις — swearing to fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπώμοσ' — ἀπώμοσα , ἀπόμνυμι take an oath away from aor ind act 1st sg ἀπώμοσε , ἀπόμνυμι take an oath away from aor ind act 3rd sg ἐπώμοσα , ἐπόμνυμι swear after aor ind act 1st sg ἐπώμοσε , ἐπόμνυμι swear after aor ind act 3rd sg ἐπώμοσι , ἐπώμοσις… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπώμοσ' — ἐπώμοσα , ἐπόμνυμι swear after aor ind act 1st sg ἐπώμοσε , ἐπόμνυμι swear after aor ind act 3rd sg ἐπώμοσι , ἐπώμοσις swearing to fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.